ανήλιος

ανήλιος
α, ο [ος , ον ] несолнечный, не освещённый солнцем, тенистый; тёмный, мрачный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Помощь в написании эссе

Смотреть что такое "ανήλιος" в других словарях:

  • ἀνήλιος — without sun masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανήλιος — α, ο (Α ἀνήλιος, ον) αυτός που δεν τον βλέπει ο ήλιος, σκιερός, σκοτεινός …   Dictionary of Greek

  • ανήλιος, -ια, -ιο — ανήλιαστος (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνήλιον — ἀνήλιος without sun masc/fem acc sg ἀνήλιος without sun neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηλίοις — ἀνήλιος without sun masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηλίου — ἀνήλιος without sun masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηλίους — ἀνήλιος without sun masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηλίων — ἀνήλιος without sun masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηλίῳ — ἀνήλιος without sun masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνήλια — ἀνήλιος without sun neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνήλιοι — ἀνήλιος without sun masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»